Ναι στη διαπραγμάτευση, αλλά πώς; Το παράδειγμα της διαπραγμάτευσης στις διασυνοριακές διαφορές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

του Martin Hausser

Μία διαπραγμάτευση μπορεί να διεξαχθεί τόσο κατά τρόπο ενστικτώδη, όσο και κατά τρόπο «εμπεριστατωμένο - δομημένο», προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες επίτευξης ενός ακόμη πιο ικανοποιητικού αποτελέσματος για τα δύο μέρη. Το παρακάτω άρθρο δίνει μία εικόνα σχετικά με τα οφέλη της δομημένης διαπραγμάτευσης στις παραπάνω διαφορές.

Τις διασυνοριακές διαφορές, κυρίως στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι επιχειρήσεις προσπαθούν ως επί τω πλείστον να τις επιλύσουν οι ίδιες, προτού καταφύγουν στα κρατικά ή τα διαιτητικά δικαστήρια, λόγω της ιδιαιτερότητας του ζητήματος, που είναι εκ φύσεως φορτισμένο κατά τέτοιο τρόπο που δεν χαρακτηρίζει απαραίτητα άλλους κλάδους του δικαίου, και της φήμης για μία πιθανή κακή δικαστική απόφαση. Η διαπραγμάτευση αποτελεί, σήμερα, το κύριο μέσο διευθέτησης εμπορικών διαφορών. Ένας πρώτος λόγος έγκειται στην οικονομία χρόνου και χρήματος σε σχέση με την προσφυγή στα εθνικά, αλλοδαπά ή διαιτητικά δικαστήρια. Ένας δεύτερος λόγος έγκειται στην εν εξελίξει πολιτισμική αλλαγή, η οποία συνδέεται με την επιτάχυνση των καινοτομιών, τη χρήση του Διαδικτύου και την τεράστια αύξηση των διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών. Πράγμα που συνεπάγεται τη μείωση της επιρροής των παραδοσιακών ιεραρχικών δομών της κοινωνίας, στις οποίες ανήκει και ο ειρηνοποιός ρόλος του Κράτους, ως οργάνου λήψης αποφάσεων γνωστού για τον αυταρχικό τρόπο επίλυσης των διαφορών. Η καθετοποιημένη κοινωνία (στην οποία η τάξη επιβάλλεται) εξελίσσεται σε οριζοντιοποιημένη, φαινόμενο που ονομάζεται επίσης «η επανάσταση της διαπραγμάτευσης» (negotiation revolution). Εν τέλει, ένας τρίτος λόγος φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την πνευματική ιδιοκτησία, όπου πρωταρχική σημασία έχει η φήμη και όπου οι οικονομικοί φορείς είναι γενικά «καταδικασμένοι» να εξελίσσονται στην ίδια ανταγωνιστική αγορά. Ωστόσο, σπανίζουν οι επιχειρήσεις οι οποίες συμβουλεύονται δικηγόρους με σκοπό να χτίσουν στρατηγική διαπραγμάτευσης, όπως επίσης σπανίζουν και οι δικηγόροι που προσφέρουν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους σε θέματα διαπραγμάτευσης.

Άπαξ και οι επιχειρήσεις προσφύγουν στην διαπραγμάτευση, με ή χωρίς δικηγόρο, προκύπτει το εξής ερώτημα: πώς θα διαπραγματευτούν; Ανέκαθεν, η διαπραγμάτευση διαφοροποιούταν ελάχιστααπό τη δικαστική διαμάχη: στην περίπτωση της κλασικής διαπραγμάτευσης, το κάθε μέρος υποστηρίζει τη νομική θέση στην οποία θα στηριχθεί κατά την ένδικη διαδικασία, και διατυπώνει τον ισχυρισμό του, το αίτημά του όπως θα έκανε ενώπιον του δικαστή. Μία επιχείρηση σε διαπραγμάτευση, προκειμένου να «πείσει» το άλλο μέρος σχετικά με τη «βασιμότητα» της επιχειρηματολογίας της, δεν διστάζει να ασκήσει πίεση στο άλλο μέρος, στηριζόμενη σε κάτι που μπορεί στην ουσία να θεωρηθεί «ψεύτικη δύναμη», όπως η οικονομική της ισχύς, ή η τρέχουσα θέση της στην αγορά. Τα μέρη ενδέχεται επίσης να καταφύγουν σε ψυχολογικά τεχνάσματα για να επιβάλουν τη θέση τους. Αυτή η μορφή "παζαρέματος" είναι συχνά αντιπαραγωγική, αφού συνήθως προκαλεί όξυνση της διαμάχης, και συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο, λόγω οχύρωσης των μερών πίσω από θέσεις από τις οποίες δεν έχουν σκοπό να υποχωρήσουν με την προσοχή τους στραμμένη στην επόμενη φάση που θα είναι τα δικαστήρια. Μπορεί, επίσης, να προκαλέσει κλιμάκωση της έντασης στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων των μερών. Αν βρεθεί λύση, η συγκεκριμένη μορφή διαπραγμάτευσης καταλήγει, το πολύ, σε μία συμφωνία με τη μορφή "συμβιβαστικού διακανονισμού", του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι, ακριβώς, ότι κάθε μέρος υποχωρεί από τη θέση του, σύμφωνα με τους όρους που θέτει ο Αστικός Κώδικας και η νομολογία. Ωστόσο, οι έρευνες που έγιναν πάνω στη διαπραγμάτευση έδειξαν ότι τέτοιοι συμβιβασμοί μετά από πίεση, ψυχολογικά τεχνάσματα, ή μετά από «ίση μοιρασιά», συχνά δεν είναι οι πιο ικανοποιητικοί ("suboptimals"), και ότι φαίνεται πως η προσέγγιση μέσω ενός διαφορετικού τρόπου διαπραγμάτευσης που να αποβλέπει στο συμφέρον και των δύο μερών θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία πολύ καλύτερη τελική λύση. Έτσι Ενώ η διαπραγμάτευση με βάση τις θέσεις της κάθε πλευράς δεν προσφέρει συνήθως ικανοποιητικά αποτελέσματα, , η προσέγγιση μέσω μιας δομημένης στρατηγικής διαπραγμάτευσης στοχεύει στη μέγιστη ικανοποίηση των συμφερόντων των δύο μερών και επιτρέπει, όχι μόνο τη διευθέτηση της διαφοράς, αλλά επίσης στη δημιουργία αξίας.

Οι έρευνες που διεξήχθησαν κατά τη δεκαετία του 1970 στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ επέτρεψαν τον εντοπισμό των θεμελιωδών επιστημονικών αρχών της δομημένης διαπραγμάτευσης. Το έργο των Roger Fisher και William Ury «Πετυχαίνω τη συμφωνία (Getting to Yes: Negotiating Agreement Without Giving In)», που δημοσιεύτηκε το 1981, αποτελεί σημαντική εξέλιξη στον τομέα της διαπραγμάτευσης. Έκτοτε, οι έρευνες συνεχίστηκαν και εμπλουτίστηκαν κυρίως με γνώσεις ψυχολογίας σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά κατά τη διαμάχη. Μπορεί να έχουν περάσει 35 χρόνια από την έκδοση του εν λόγω βιβλίου, αλλά τα διδάγματά του έχουν ελάχιστα ενσωματωθεί στα εργαλεία διαπραγμάτευσης των επιχειρηματιών και των δικηγόρων.

Το βασικό δίδαγμα όσων απορρέουν από την έρευνα του Χάρβαρντ συνίσταται σε τέσσερις αρχές διαπραγμάτευσης που υλοποιούνται μέσωεπικοινωνιακών τεχνικών κατά τη διαπραγμάτευση: (α) διαχωρισμός προσώπου και προβλήματος, (β) διαχωρισμός θέσεων και συμφερόντων, (γ) αναζήτηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων πιθανών λύσεων, και (δ) η λήψη απόφασης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Είναι απαραίτητη η προσπάθεια σύμπτωσης των συμφερόντων των μερών με βάση την πραγματική ισχύ που προκύπτει από τον υπολογισμό της δυνατότητας αναδίπλωσης του κάθε μέρους σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας · στα αγγλικά BATNA (Best Alternative to Negotiated Agreement - Καλύτερη Εναλλακτική σε Συμφωνία Διαπραγμάτευσης) ή στα γαλλικά MESORE (Meilleure Solution de Rechange - Καλύτερη Εναλλακτική Λύση). Στις περιπτώσεις των δύσκολων διαπραγματεύσεων, ιδίως στις συναισθηματικά φορτισμένες και/ή που απαιτούν διερεύνηση της δυνατότητας αναδίπλωσης των μερών σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, η επέμβαση ενός τρίτου ουδέτερου, ανεξάρτητου και αμερόληπτου μέρους, όπως ο διαμεσολαβητής, επιτρέπει στα μέρη και τους δικηγόρους τους να επικεντρωθούν πλήρως στην ουσία της διαμάχης, χωρίς να ανησυχούν, όπως συμβαίνει στην άμεση διαπραγμάτευση, για την εξέλιξη της διαδικασίας. Οι αρχές της δομημένης διαπραγμάτευσης αποτελούν, σήμερα, στον δυτικό κόσμο τη βάση για κάθε εμπορική διαμεσολάβηση.

Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας περιλαμβάνει τις κατηγορίες των αποκλειστικών δικαιωμάτων, που χορηγούνται για την εκμετάλλευση των πνευματικών δημιουργιών -και καλύπτουν αφενός τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία και αφετέρου τη βιομηχανική ιδιοκτησία. Στο επίκεντρο σχεδόν όλων αυτών των ζητημάτων βρίσκονται οι πνευματικές δημιουργίες, η εμπορική εκμετάλλευσή τους και οι δημιουργοί. Έτσι, τ προστατεύεται από το δικαίωμα του δημιουργού μια δημιουργία εφόσον φέρει την προσωπική σφραγίδα του εμπνευστή της, πράγμα που την καταστεί αυθεντική. Κάθε δημιουργία καλλιτεχνικής ή τεχνικής φύσης - ακόμη και η περίπτωση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας- έχει στο επίκεντρό της την προσωπικότητα του δημιουργού. Είναι αναπόφευκτο, λοιπόν, μία διαμάχη που αφορά την εν λόγω δημιουργία να ταυτίζεται με αυτήν την προσωπικότητα. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας είναι παρών σε διαμάχες πνευματικής ιδιοκτησίας και σε κάθε διαπραγμάτευση τέτοιου είδους. Οι αρχές της δομημμένης διαπραγμάτευσης επιτρέπουν στα μέρη να διατυπώσουν τις ενστάσεις τους ως προς το άλλο μέρος, να αναφερθούν στην οδύνη που έχουν υποστεί και να εκφράσουν τις αξιώσεις τους, χωρίς κλιμάκωση νέων συγκρούσεων και χωρίς παρακώλυση των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την ψυχολογία, η καλοπροαίρετη ακρόαση, η κατανόηση που δείχνει το άλλο μέρος, η αμοιβαία αναγνώριση και η εμπειρία της «συμφωνίας μέσα στη διαφωνία» κατευνάζουν αμέσως την ένταση και συμβάλλουν στην αλλαγή της οπτικής του κάθε μέρους ανοίγοντας τον δρόμο στην εύρεση λύσεων που να ανταποκρίνονται καλύτερα στα συμφέροντά τους.

Η αρχή του «διαχωρισμού προσώπων και προβλήματος» της δομημένης διαπραγμάτευσης και η ικανότητα της αποδοχής και της διαχείρισης των συναισθημάτων των αντίπαλων μερών είναι απαραίτητες στον τομέα της δημιουργίας, ώστε να επιτυγχάνεται φιλικός διακανονισμός. Αυτό μπορεί να απαιτεί χρόνο και ίσως θεωρηθεί δύσκολο για τις επιχειρήσεις που διαπραγματεύονται χωρίς τρίτο, ουδέτερο μέρος, εκπροσωπούμενοι μόνο από τους δικηγόρους τους. Ιδίως στις διασυνοριακές σχέσεις, η αποδοχή και η διαχείριση των συναισθημάτων του άλλου μέρους μπορεί να είναι δύσκολες λόγω της διαπολιτισμικότητας, η οποία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη αρχή σύμφωνα με την προσέγγιση του Χάρβαρντ, σχετικά με τον διαχωρισμό θέσεων από τα συμφέρεντα, πρέπει να τονίσουμε ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο για τις επιχειρήσεις σε διαμάχη επί ζητημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Πράγματι, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους παρέχουν, εκ φύσεως, αποκλειστικά δικαιώματα και οδηγούν στη διατύπωση ενός ισχυρισμού βασισμένου σε νομικές θέσεις. Ωστόσο, εφόσον στο επίκεντρο βρίσκονται τα συμφέροντα των οικονομικών φορέων του κόσμου της δημιουργίας οι οποίοι εξελίσσονται στην ίδια αγορά και μπορεί να είναι ανταγωνιστικοί, γεννιέται συχνά η ανάγκη επίλυσης της διαμάχης μέσω διαπραγματεύσεων, ακόμη και σε περίπτωση απομίμησης.

Στη συνέχεια, αναφορικά με την τρίτη αρχή της προσέγγισης του Χάρβαρντ, το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας βρίσκει άμεση σύνδεση με τη δημιουργικότητα και τη διατύπωση πολλών πιθανών επιλογών που ενδεχομένως να μπορέσουν να επιτρέψουν τη φιλική επίλυση της διαμάχης, προτού αποφασιστεί εν τέλει, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, η λύση που ανταποκρίνεται καλύτερα στα εκπεφρασμένα συμφέροντα των αντίπαλων μερών.

Πράγματι, η εμπειρία έχει δείξει πως τα μέρη σκέφτονται λύσεις που η δικαιοσύνη δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να παράσχει. Έτσι, για παράδειγμα, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, μπόρεσε να επιτευχθεί: (α) ανάληψη από ένα μέρος των δαπανών υπερασπίσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του άλλου μέρους, (β) παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης ενός προϊόντος φερόμενου ως προϊόντος απομίμησης, (γ) αποδοχή λήξης της άδειας εκμετάλλευσης, με παράλληλη εξασφάλιση της παραγωγής προϊόντων στον νέο κάτοχο άδειας χρήσης, (δ) παραχώρηση στο άλλο μέρος ενός σήματος που φέρεται να αποτελεί απομίμηση ή η δημιουργία μίας κοινοπραξίας για την εκμετάλλευσή του, (ε) οργάνωση συνύπαρξης σημάτων, για την κοινή συνεννόηση σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και την προβολή διαφημίσεων για ανταγωνιστικά προϊόντα που εκτιμώνται πως εξαπατούν το κοινό, (στ) συνεργασία για την τύχη των προϊόντων που κρίνονται ως απομιμήσεις, εισάγοντας μία κάποια διαφοροποίηση σε σχέση με αυτά του άλλου μέρους, (ζ) οργάνωση της εκμετάλλευσης από έναν συνθέτη ενός μουσικού καταλόγου, κλπ.

Εν κατακλείδι, σε περίπτωση διαμάχης, ιδίως στον τομέα της διασυνοριακής πνευματικής ιδιοκτησίας, τα συμφέροντα των μερών είναι συχνά συμβιβάσιμα εν όψει ενός φιλικού διακανονισμού, ο οποίος δημιουργεί αξίες, παρά το γεγονός ότι οι νομικές τους θέσεις είναι εξ ορισμού ασυμβίβαστες και μπορούν , στην καλύτερη περίπτωση, να οδηγήσουν σε ένα συμβιβαστικό διακανονισμό, μόνο όταν κάθε μέρος θα έχει τουλάχιστον εν μέρει υποχωρήσει στη θέση του.