Το ΔΕΕ υποστηρίζει ότι η υποχρεωτική διαμεσολάβηση δεν αποκλείεται από το δίκαιο της ΕΕ

Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιταλία 4 Ιουλίου 2017

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κατέληξε ότι εθνική νομοθεσία που επιβάλλει την υποχρεωτική διαμεσολάβηση ως προϋπόθεση για προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν αποκλείεται από το νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ αναφορικά με τις εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης των διαφορών ΕΕΔ, δεδομένου ότι δεν εμποδίζει τα μέρη στην άσκηση του δικαιώματός τους για πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα.

Ωστόσο, στον βαθμό που μία τέτοια προϋπόθεση απαιτούσε οι καταναλωτές να παρίστανταιμε δικηγόρο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή να τους επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση απόσυρσής τους από τη διαμεσολάβηση χωρίς σοβαρούς λόγους, η υποχρεωτική διαμεσολάβηση θα ήταν αντίθεση στην οδηγία περί διαμεσολάβησης (2013/11/EΕ): υπόθεση ΔΕΕ Menini κ.α. κατά Banco Popolare Società Cooperativa (Υπόθεση C-75/16) (14 Ιουνίου 2017)

H Ιταλία είναι μία από τα λίγα κράτη μέλη της ΕΕ, όπου ένα σημαντικό μέρος των διαφορών απαιτείται νομίμως να υπάγονται σε διαμεσολάβηση πριν οδηγηθούν ενώπιον των δικαστηρίων. Στην υπόθεση Menimi, δύο Ιταλοί καταναλωτές επικαλέστηκαν σε εκκρεμή δίκη την αντίθεση με το ενωσιακό δίκαιο της αναγκαστικής προσφυγής στη διαμεσολάβηση ως προϋπόθεση για τη προσφυγή στη δικαιοσύνη. Έτσι το ιταλικό δικαστήριο ζήτησε την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ ως προς το αν η ιταλική νομοθεσία ήταν ασυμβίβαστη με τη σχετική Οδηγία για την προσφυγή στη διαμεσολάβηση στις καταναλωτικές διαφορές (ιδιαίτερα η διάταξη διευκρινίζει ότι διαμεσολαβήσεις που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να είναι εκούσιες) ή την προγενέστερη Οδηγία της ΕΕ για τη διαμεσολάβηση (2008/52/ΕΚ) (παρόλο που συνομολογείται ότι η οδηγία για τη διαμεσολάβηση δεν εφαρμόζεται άμεσα στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι δεν αφορά διασυνοριακή διαφορά).

Το ΔEE παρατήρησε, ότι η εκούσια φύση της διαμεσολάβησης σύμφωνα με τις διάφορες νομοθεσίες των κρατών μελών της ΕΕ δεν έγκειται στην ελευθερία των μερών να επιλέξουν εάν θα χρησιμοποιήσουν ή όχι αυτή τη διαδικασία, αλλά στο γεγονός ότι «τα μέρη είναι τα ίδια υπεύθυνα για τη διαδικασία και θα μπορούν να την οργανώσουν όπως επιθυμούν και να την τελειώσουν οποιαδήποτε στιγμή». Συνεπώς, αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι αν το σύστημα διαμεσολάβησης είναι υποχρεωτικό ή προαιρετικό, αλλά το γεγονός ότι το δικαίωμα πρόσβασης των μερών στο δικαστικό σύστημα προστατεύεται.
Το δικαστήριο δέχθηκε, ότι προβλέποντας την προσφυγή στη διαμεσολάβηση προϋπόθεση για την έναρξη της δίκης, η ιταλική νομοθεσία εισήγαγε μία πρόσθετη προϋπόθεση , πριν από τη δυνατότητα των μερών να ασκήσουν το δικαίωμά τους για πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα. Ωστόσο, επισήμανε το γεγονός, ότι σύμφωνα με την ενωσιακό δίκαιο «τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν αποτελούν αναφαίρετα δικαιώματα και μπορούν να περιοριστούν», εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι συνεπείς με τη δημόσια πολιτική που επιδιώκεται με τα μέτρα, και πως δεν αποτελούν «μία δυσανάλογη και απαράδεκτη παρέμβαση» στην ίδια την ουσία των διασφαλιζομένων δικαιωμάτων.

Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, και γενικά μετά την γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο κατέληξε, ότι η απαίτηση από τα μέρη να συμμετάσχουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης ως προϋπόθεση για την άσκηση της προσφυγής μπορεί να είναι συμβατή με την προστασία του δικαιώματος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω διαδικασία:
• δεν καταλήγει σε απόφαση που δεσμεύει τα μέρη
• δεν προκαλεί σημαντική καθυστέρηση στην έναρξη δικαστικών διαδικασιών (και αναστέλλει οποιαδήποτε παραγραφή)
• δεν προκαλεί έξοδα, ή προκαλεί πολύ χαμηλά έξοδα, για τα μέρη
• μπορεί να προσπελαστεί από άλλα μέσα πέραν των καθαρά ηλεκτρονικών μέσων, και
• δεν εμποδίζει τη λήψη προσωρινών μέτρων που ζητούνται από το δικαστήριο σε επείγουσες υποθέσεις.

Αν και η ιταλική νομοθεσία θεωρείται ότι πληροί αυτές τις απαιτήσεις, τελικά το παραπέμπτον ιταλικό δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει αν η ιταλική νομοθεσία τις πληροί πράγματι.

Ωστόσο, απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις που του ιταλικού δικαστηρίου σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές της ιταλικής διαδικασίας, το ΔΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιταλική νομοθεσία παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο στο βαθμό που είτε:
• απαιτεί τα συμβαλλόμενα μέρη να παρίστανται με δικηγόρο στη διαμεσολάβηση ή
• επιβάλλει κυρώσεις στα μέρη σε περίπτωση απόσυρσής τους από τη διαμεσολάβηση χωρίς σοβαρούς λόγους (εκτός και αν η έννοια του «σοβαρού λόγου» περιλαμβάνει απλά τη δυσαρέσκεια του μέρους με την διαδικασία διαμεσολάβησης).

Σχετικά με τα τελευταία, παρατηρούμε ότι η φύση μίας τυπικής διαδικασίας διαμεσολάβησης μπορεί να καθιστά δύσκολο τον προσδιορισμό του βαθμού στο οποίο το μέρος έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του συμμετοχής στη διαδικασία και έχει φθάσει
στο σημείο της δικαιολογημένης αποχώρησής από τη διαδικασία. Δικαιολογείται η απλή συμφωνία για υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση και η απόσυρση από τη διαδικασία πριν από οποιαδήποτε συζήτηση; Το ΔΕΕ δεν ασχολείται με το θέμα αυτό λεπτομερώς, αλλά σχετικά με την ανάγκη διατηρήσεως του δικαιώματος του μέρους να «αποσυρθεί», φάνηκε πράγματι να προτείνει, ότι το επιτρεπτό σύστημα σύμφωνα με το ΔΕΕ δεν επέτρεπει σε ένα μέρος να αποσυρθεί από τη διαδικασία χωρίς κυρώσεις «αμέσως μετά την πρώτη συνάντηση με τον διαμεσολαβητή του».

Η υπόθεση παραπέμφηκε στα ιταλικά δικαστήρια για να εφαρμόσει την απόφαση του ΔΕΕ.

Μετάφραση: Αναστασία-Μαρία Στούκου