Το Δικαστήριο των ΗΠΑ Τονίζει τη Σπουδαιότητα της Καταγραφής της Συμφωνίας Μετά την Διαμεσολάβηση

του Eric G. Pearson

Συμφωνείστε το γραπτώς.

Πόσες φορές αυτές οι τέσσερις λέξεις έχουν ειπωθεί στην διάρκεια των συναλλαγών;

Σίγουρα, πολύ περισσότερες απ’ όσες θα μπορούσαμε να μετρήσουμε. Παραμένει άλλωστε γεγονός, ότι η καταγραφή με χαρτί και μολύβι, με το μελάνι της γραφομηχανής ή τη μετάδοση ψηφίων με οποιοδήποτε τρόπο (το πολύπλοκο εύρος της τεχνολογίας μας το χαλάει εδώ), είναι ένα σημαντικό, επακόλουθο βήμα μιας συμφωνίας.

Αυτή είναι η ουσία της απόφασης της 7ης Περιφέρειας στην υπόθεση Beverly κατά Abbott Laboratories, No. 15-1098 (7th Cir. Mar. 16, 2016) , στην οποία το δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου να εφαρμόσει μία έγγραφη συμφωνία που επιτεύχθηκε κατά την διαμεσολάβηση. Η Δικαστής Ann Claire Williams προέδρευε της υπόθεσης. Η υπόθεση, που εκδικάστηκε με βάση τον νόμου του Ιλινόις, αποτελεί αξιοσημείωτο παράδειγμα της στάσης του δικαστηρίου σε τέτοια ζητήματα εκτέλεσης των συμφωνηθέντων.

Η εταιρία Abbott Labs απέλυσε την Martina Beverly το 2010, η οποία προχώρησε σε μήνυση ισχυριζόμενη ότι ο πρώην εργοδότης της είχε παραβιάσει το Κεφάλαιο VII του Νόμου περί Πολιτικών Δικαιωμάτων και τον Νόμο για τους Αμερικάνους με Ανικανότητες καταφεύγοντας σε διακρίσεις και αντίποινα εις βάρος της, εξαιτίας της γερμανικής της εθνικότητας και της αναπηρίας της.

Τα μέρη συζήτησαν σε διαμεσολάβηση χωρίς να οδηγηθούν σε οριστική επίλυση των διαφορών τους, και κατά το τέλος της μακράς ημερήσιας συνεδρίας τους, τόσο τα μέρη, όσο και ο δικηγόρος υπέγραψαν την παρακάτω χειρόγραφη συμφωνία:

Εγώ ο Jon Klinghoffer δεσμεύομαι ότι ο πελάτης μου θα ενημερώσει τον πελάτη μου ότι η Abbott/Abbvie πρόσφερε $200.000 + Abbott/Abbvie καλύπτει το κόστος της διαμεσολάβησης προς την επίλυση του ζητήματος και ότι η Martina Beverly απαίτησε $210.000 + Abbott/Abbvie να καλύψει το κόστος της διαμεσολάβησης προς την επίλυση του ζητήματος. Και τα δύο μέρη δεσμεύονται ότι η προσφορά τους και οι απαιτήσεις τους θα παραμείνουν ως έχουν μέχρι τις Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014, 3:00 μ.μ. CT.

Ο δικηγόρος της Abbott δέχτηκε την προσφορά της Beverly την επόμενη μέρα με email: «Ο πελάτης μου δέχτηκε τα αιτήματα της Martina Beverly σε σχέση με το προαναφερθέν ζήτημα για $210.000 συν τα έξοδα της χθεσινής διαμεσολάβησης. Έχω επισυνάψει ένα προσχέδιο της συμβιβαστικής συμφωνίας προς ενημέρωσή σας.»

Σε αυτό ο δικηγόρος της Beverly απάντησε, «Μέρες ευτυχίας! Ο καλύτερος τρόπος να ξοδέψει η Abbott $10.000. Είσαι διαμάντι.»

Ο δικηγόρος της Beverly διαβίβασε την αποδοχή της Abbott, αλλά η Beverly δεν μοιράστηκε τον ενθουσιασμό του δικηγόρου της και αποφάσισε να μην υπογράψει. Η Abbott κινήθηκε επιτυχώς προκείμενου να επιβληθεί η συμφωνία.

Κατ' έφεση, η Beverly ισχυρίστηκε ότι η χειρόγραφη συμφωνία δεν είχε ισχύ γιατί παρέλειπε σημαντικά σημεία που υπήρχαν μόνο στο ανυπόγραφο προσχέδιο της πρότασης, δηλαδή αποζημίωση, μελλοντική συνεργασία, την μελλοντική της απασχόληση στην εταιρία Abbott, την ακριβή κατανομή του κεφαλαίου της συμφωνίας, και ρητούς όρους ως προς την απόλυση και παραίτηση.

Το Δικαστήριο δεν πείστηκε. Αντίθετα, τόνισε ότι «όλες αυτές οι διατάξεις στο σύνολό τους συνιστούν σχεδόν και τις έξι σελίδες του σχεδίου της συμφωνίας. Και βέβαια δεν είναι όλες το ίδιο σημαντικές.»

Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Beverly σχετικά με την αποζημίωση, την συνεργασία, και για μελλοντική πρόσληψη, επισημαίνοντας ότι προχώρησε σε έφεση «με προχειρότητα» και «δεν προσπάθησε να εξηγήσει με ποιόν τρόπο οποιοδήποτε από αυτά τα θέματα είναι τόσο ζωτικής σημασίας.»

Όσον αφορά τις προβλέψεις για παραίτηση από τις αξιώσεις , το δικαστήριο έκρινε ότι η υπόσχεση «να επιλυθεί το ζήτημα», όπως προβλεπόταν στην χειρόγραφη πρόχειρη συμφωνία, ήταν επαρκής.

Η απόφαση του πρωτοδικείου να επιβάλει την συμφωνία οριστικοποιήθηκε. Η εταιρία Abbott πρέπει να είναι ικανοποιημένη που είχε αυτή την συμφωνία γραπτώς έστω και πρόχειρα.