Διαδικασία

H διαμεσολάβηση διεξάγεται από ένα αμερόληπτο και ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο, τον διαμεσολαβητή.

Αρχίζει με μια κοινή συνάντηση, στην οποία τα μέρη, αφού ενημερωθούν αναλυτικά από τον διαμεσολαβητή για την διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρουσιάζουν τις απόψεις τους για τη διαφορά. Η κοινή συνάντηση ακολουθείται από χωριστές συναντήσεις μεταξύ του διαμεσολαβητή και κάθε μέρους. Αυτό επιτρέπει σε κάθε πλευρά να εξηγήσει εμπιστευτικά τη θέση και τους στόχους της για τη διαμεσολάβηση.

Στις συναντήσεις εμφανίζονται τα μέρη ή οι εκπρόσωποί τους, με ή χωρίς τους συμβούλους τους, με πλήρη όμως εξουσιοδότηση να διαπραγματευθούν και να αποφασίσουν.

Οι χωριστές συναντήσεις διεξάγονται σε αυστηρά εμπιστευτική βάση. Τα έγγραφα και οι πληροφορίες που δίδονται στο διαμεσολαβητή αφορούν μόνο τον ίδιο και η αποκάλυψη του περιεχομένου τους στο άλλο μέρος δεν επιτρέπεται χωρίς τη συναίνεση του μέρους στο οποίο ανήκουν.

Η διαμεσολάβηση αφήνει την εξουσία της απόφασης στα ίδια τα μέρη. Ο διαμεσολαβητής δεν αποφασίζει τι είναι δίκαιο ή σωστό, δεν είναι ούτε δικαστής ούτε διαιτητής, αλλά ενεργεί ως καταλύτης, σκοπός του οποίου είναι να διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, ώστε τα μέρη να καταλήξουν σε λύση στη διαφορά τους.

Κατά κανόνα, ο διαμεσολαβητής εκφράζει την άποψή του μόνο όταν ομόφωνα του ζητηθεί.

Η συμφωνία που επιτυγχάνεται μεταξύ των μερών στο τέλος της διαμεσολάβησης συντάσσεται εγγράφως και υπογράφεται από τα μέρη. Το συμφωνητικό μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο ό,τι συμφωνήθηκε για τη χρηματική αποζημίωση (αν αυτή υπήρχε) αλλά, για παράδειγμα, και πρόβλεψη για μελλοντικές επιχειρηματικές προσπάθειες, ένα νέο συμβόλαιο με νέους όρους κλπ.